Πειραματικό φάρμακο του ομογενή Δρ Γιανκόπουλου δίνει ελπίδες για θεραπεία του Έμπολα

Έμπολα
Τρί, 13/08/2019 - 20:02

Για πρώτη φορά φάνηκε στον ορίζοντα η προοπτική θεραπείας της νόσου Έμπολα (Ebola), χάρη σε δύο νέα φάρμακα που δοκιμάσθηκαν κλινικά και έδειξαν ότι μπορούν να σώσουν από το θάνατο περίπου το 90% των ασθενών, αυξάνοντας σημαντικά το ποσοστό επιβίωσης όσων νοσούν, επεσήμαναν διεθνή ΜΜΕ.

Τα δύο φάρμακα (REGN-EB3 της εταιρείας «Regeneron Pharmaceuticals» και mAb114 της «Ridgeback Biotherapeutics»), που επιτίθενται στον ιό μέσω μονοκλωνικών αντισωμάτων, αποδείχθηκαν πολύ πιο αποτελεσματικά από τα άλλα δύο (ZMapp και Remdesivir) και πλέον θα χρησιμοποιηθούν ευρέως, αρχικά στο Κονγκό.

Υπενθυμίζεται ότι συνιδρυτής, πρόεδρος και επιστημονικός διευθυντής της φαρμακοβιομηχανίας «Regeneron» είναι ο ελληνικής καταγωγής Δρ Γιώργος Γιανκόπουλος (George Yancopoulos) και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, ο Δρ Ρόι Βάγγελος (Dr. P. Roy Vagelos).

Όσον αφορά στα ελπιδοφόρα φάρμακα, συνολικά δοκιμάσθηκαν από πέρυσι το Νοέμβριο τέσσερα σε περίπου 700 ασθενείς στη Δημοκρατία του Κονγκό, όπου υπάρχει σημαντική εξάπλωση του ιού και σχεδόν 1.900 άνθρωποι έχουν πεθάνει τον τελευταίο χρόνο. Τα δύο φάρμακα (REGN-EB3 και mAb114) αποδείχθηκαν πολύ πιο αποτελεσματικά.

Το Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργίας και Λοιμωδών Νόσων (NIAID) των ΗΠΑ, που συμμετείχε στις δοκιμές των φαρμάκων, έκανε λόγο για «πολύ καλά νέα», σύμφωνα με τα: «Associated Press», «BBC», «Reuters», «Guardian» και «New York Times».

Όπως είπε ο διευθυντής του «NIAID», Δρ Aντονι Φαούτσι (Dr. Anthony Fauci), «είναι τα πρώτα φάρμακα που, σε μια επιστημονικά αξιόπιστη έρευνα, έδειξαν σαφώς μια σημαντική μείωση της θνησιμότητας».

Πέθαναν το 29% των ασθενών που είχαν πάρει το REGN-EB3 και το 34% όσων είχαν πάρει το mAb114, έναντι ποσοστού θνησιμότητας 49% για το ZMapp και 53% για το Remdesivir.

Το ποσοστό επιβίωσης των ασθενών με χαμηλά επίπεδα του ιού στο αίμα τους έφθασε το 94% και το 89% για τα δύο πρώτα φάρμακα: μόνο το 6% πέθαναν από όσους είχαν έγκαιρα πάρει το REGN-EB3 και το 11% όσων είχαν πάρει το mAb114.

Οι επιστήμονες ανέφεραν ότι περισσότεροι από εννέα στους δέκα ασθενείς (90%) μπορούν να επιβιώσουν, αν τα φάρμακα χορηγηθούν έγκαιρα.

Τόνισαν επίσης ότι «δεν θα ξεφορτωθούμε τον Εμπολα, αλλά θα μπορέσουμε να σταματήσουμε τα ξεσπάσματά του από το να μετατραπούν σε μείζονες εθνικές και περιφερειακές επιδημίες». Πρόσθεσαν όμως ότι ο καλύτερος τρόπος για να καταπολεμηθεί ο ιός, ο οποίος είχε ανακαλυφθεί το 1976, είναι «με ένα καλό εμβόλιο».

Ο ιός Eμπολα αρχικά προκαλεί ξαφνικό πυρετό, έντονη αδυναμία, μυϊκούς πόνους και πονόλαιμο. Σταδιακά ο ασθενής κάνει εμετούς, έχει διάρροια και αιμορραγεί εξωτερικά και εσωτερικά. Ο θάνατος συχνά επέρχεται από αφυδάτωση και πολυοργανική ανεπάρκεια.

H «Regeneron»

Η «Regeneron Pharmaceuticals» ιδρύθηκε το 1988 και έχει την έδρα της στο Τάριταουν της Νέας Υόρκης. Τα κεντρικά γραφεία βρίσκονται στο επιβλητικό κτίριο στη διεύθυνση 777 Old Saw Mill River Road.

Είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Εχει δύο προέδρους, τον Λέοναρντ Σλάιφερ, που είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και τον Γιώργο Γιανκόπουλο, που είναι πρόεδρος και επιστημονικός διευθυντής.

Απασχολεί περίπου 6.000 εργαζόμενους και ένας στους έξι είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος (PhD), είτε ιατρού (MD), είτε και φαρμακοποιού (PharmD). Είναι η μόνη εταιρεία που η εφεύρεση, η δοκιμή και η παραγωγή των φαρμάκων γίνεται από την ίδια εταιρεία.

Ο Δρ Γιώργος Γιανκόπουλος

Ο Δρ Γιώργος Γιανκόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Γούντσαϊντ του Κουίνς. Οι γονείς του, Δάμης (Δαμιανός) Γιανκόπουλος και Βασιλική, το γένος Πεκμεζάρη, κατάγονταν από την Καστοριά και μετανάστευσαν στη Νέα Υόρκη μετά το πέρας του Εμφυλίου Πολέμου.

Ο Γιώργος επέλεξε να γίνει βιοεπιστήμονας και η αδελφή του Σοφία έχει σπουδάσει Θεωρητική Αστροφυσική με διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Ο παππούς Γιώργος Γιανκόπουλος είχε μεταναστεύσει στη Βιέννη της Αυστρίας και εργαζόταν στην Οπερα ως καθαριστής.

Ο Δρ Γιανκόπουλος σπούδασε, πήρε το διδακτορικό δίπλωμα και ήταν από τους νεότερους και πολλά υποσχόμενους καθηγητές του Πανεπιστημίου Κολούμπια. Το 1988 κέρδισε μια χορηγία ύψους 2,5 εκατομμυρίων δολαρίων για το εργαστήριό του, η οποία θα του παρείχε τη δυνατότητα να συνεχίσει την έρευνα για τα επόμενα χρόνια.