Ο συλλέκτης Γιώργος Κωστάκης

Γιώργος Κωστάκης
Κυρ, 05/07/2020 - 09:58

Ο σπουδαίος συλλέκτης Γιώργος Κωστάκης γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου 1913 στη Μόσχα. Ο πατέρας του Διονύσιος ήταν Έλληνας μετανάστης από τη Ζάκυνθο, έμπορος στο επάγγελμα. Η μητέρα του Ελένη προερχόταν από οικογένεια Ελλήνων αριστοκρατών. Οι δυο τους απέκτησαν πέντε παιδιά, ανάμεσα στα οποία τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι.

Πατέρας και γιοι εργάστηκαν ως οδηγοί. Ως Έλληνας υπήκοος, ο πατέρας του βρήκε δουλειά στην πρεσβεία της Ελλάδας ως οδηγός. Την ίδια δουλειά ανέλαβε σύντομα και ο Γεώργιος, ο οποίος είχε τελειώσει επτά τάξεις σε σχολείο μέσης εκπαίδευσης. Το 1932 ο Γεώργιος παντρεύτηκε τη Ζηναΐδα Πανφίλοβα και έκαναν τέσσερα παιδιά: την Ίνα, την Αλίκη, τη Ναταλία και τον Αλέξανδρο. Το 1939, λόγω διπλωματικών διαφορών μεταξύ της ΕΣΣΔ και της Ελλάδας, η ελληνική πρεσβεία έκλεισε. Ο Κωστάκης βρήκε δουλειά ως φρουρός στην πρεσβεία της Φινλανδίας και ύστερα στην πρεσβεία της Σουηδίας. Το 1944 ο Κωστάκης ξεκίνησε να εργάζεται ως διαχειριστής στην πρεσβεία του Καναδά, με διπλωματική ιδιότητα, και σύμφωνα με κάποιες πηγές λάμβανε μισθό 2.000 δολαρίων. Με αυτά τα λεφτά ο Κωστάκης αγόραζε τους πίνακες για τη συλλογή του.

Το φθινόπωρο του 1976 ο Γεώργιος Κωστάκης ήταν 63 χρονών και δούλευε στην πρεσβεία του Καναδά. Οι πολυετείς θερμές σχέσεις με την οικογένεια του πρέσβη ξαφνικά ήρθαν σε σχετική ρήξη. Χωρίς περαιτέρω σκέψεις υπονοήθηκε ότι έπρεπε να συνταξιοδοτηθεί. Εκείνο τον καιρό η σοβιετική εξουσία μαχόταν με τους κερδοσκόπους και την υπόγεια αγορά της τέχνης. Το 1974 είχε προηγηθεί η σύλληψη του συλλέκτη και εμπόρου τέχνης Βλαντίμιρ Μορόζ, του οποίου η συλλογή κατασχέθηκε ολόκληρη. Η σύλληψη του Μορόζ προκάλεσε πανικό στους συλλέκτες της Μόσχας και του Λενινγκράντ. Στο διαμέρισμα του Κωστάκη είχαν σημειωθεί διαρρήξεις δύο φορές κατά τις οποίες οι διαρρήκτες πήραν τους πίνακες που είχε όχι στους τοίχους αλλά στην αποθήκη. Επρόκειτο για οκτώ έργα του Καντίνσκι και πίνακες και τέμπερες του Κλιουν. Το διαμέρισμα του Κωστάκη ήταν πάντα γεμάτο από επισκέπτες. Πολλές φορές μάλιστα, στις μη εργάσιμες μέρες, συγκεντρώνονταν στο σπίτι του 50–70 άνθρωποι από τον κοντινό του κύκλο, τον οποίο αποτελούσαν νέοι καλλιτέχνες και συλλέκτες. Σύντομα, όμως, άρχισε να δέχεται τηλεφωνικές απειλές.

Video

Σχεδόν μέσα σε μια δεκαπενταετία συγκέντρωσε τόσα πολλά έργα τέχνης και τεκμήρια, που το σπίτι του στη Μόσχα έγινε ένα άτυπο Μουσείο των Καλλιτεχνών της Πρωτοπορίας. Από τη δεκαετία του ’60 και μετά, κάθε Ευρωπαίος ή Αμερικανός που επισκεπτόταν τη σοβιετική πρωτεύουσα, έπρεπε να περάσει από το σπίτι του Κωστάκη για να πάρει μια γεύση των θησαυρών του. Ανάμεσά τους ο Ρόμπερτ Κένεντυ, η οικογένεια Ροκφέλερ, διπλωμάτες από Ευρώπη και Αμερική, διευθυντές ευρωπαϊκών και αμερικανικών μουσείων, τεχνοκριτικοί και δημοσιογράφοι. Ρώσοι Ιστορικοί, διευθυντές μουσείων, ιστορικοί τέχνης έβρισκαν πάντα ανοικτή την πόρτα του για να προσφέρουν τη γνώση τους, να συζητήσουν ελεύθερα, να μελετήσουν και να διανοηθούν για τη δική τους τέχνη, που επίσημα απαγορευόταν να το κάνουν. Ας σημειωθεί, ότι στη Σοβιετική Ένωση η τέχνη των Πρωτοπόρων αναγνωρίστηκε επίσημα το 1985 επί Γκορμπατσώφ, την εποχή της Περεστρόικα.

Όνειρο του Κωστάκη ήταν να ιδρύσει στη Μόσχα ένα μουσείο με έργα τέχνης αβαγκαρντίστικα και να ορίσει επιμελήτρια της συλλογής του την κόρη του Αλίκη. Όμως, δεν πήγαν όλα κατ' ευχήν. 834 έργα της συλλογής του Κωστάκη αποτέλεσαν το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής αβαγκαρντίστικων έργων τέχνης της Πινακοθήκης Τρετιακόφ, 1.275 έργα παραχωρήθηκαν στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Μέρος της συλλογής των πινάκων του δόθηκε στο Μουσείο Αρχαίου Ρωσικού Πολιτισμού και Τέχνης «Αντρέι Ρουμπλιόφ» και 700 πίνακες του Ανατόλι Ζβέρεφ βρέθηκαν στη συλλογή του Μουσείου «Ανατόλι Ζβέρεφ». Το 2017, εκατό χρόνια μετά τη Ρωσική Επανάσταση, σε έξι περιοδείες αβαγκαρντιστικών έργων τέχνης της Πινακοθήκης Τρετιακόφ συμμετείχαν και 22 πίνακες που είχαν παραχωρηθεί ως δωρεά από τον Κωστάκη το 1977.

Video

Ο Κωστάκης ξεκίνησε τη συλλεκτική του δραστηριότητα τη δεκαετία του ’30 με αντίκες. Έπειτα συνέχισε με τη συλλογή έργων παλαιάς ολλανδικής ζωγραφικής. Τη συλλογή αβαγκαρντίστικων έργων τέχνης την ξεκίνησε μόνο στα μεταπολεμικά χρόνια. Η πρώτη του απόκτηση ήταν ο πίνακας που ανήκε στην ταλαντούχα Όλγκα Ροζάνοβα, η οποία είχε χάσει πρόωρα τη ζωή της.

«Άρχισα να μαζεύω αυτούς τους πίνακες γιατί μου άρεσαν τα χρώματα και τα σχήματά τους, κι ήταν έξω απ’ ό,τι κυκλοφορούσε μέχρι τότε στην αγορά της τέχνης. Οι τιμές των έργων ήταν πολύ χαμηλές, ενώ οι καλλιτέχνες στην απελπισία τους, διώκονταν από τους σταλινικούς, με κάθε πίνακα που αγόραζα μου έδιναν και έναν δώρο. Αν κάποιοι καλλιτέχνες είχαν πεθάνει ή είχαν φύγει στο εξωτερικό σίγουρα κάτι είχαν αφήσει στους συγγενείς τους. Αγόραζα πολύ περισσότερο γιατί μου άρεσαν και όχι γιατί αποσκοπούσα στο μετέπειτα κέρδος». Δεν συνέλεγε μόνο πίνακες. Τον ενδιέφεραν κεραμικά, κατασκευές, σχέδια και προσχέδια, κείμενα, κάθε είδους σημειώσεις, μανιφέστα, δημοσιεύσεις της εποχής, ό, τι μπορούσε να καταγράψει με σαφήνεια την εξέλιξη της τέχνης των πρωτοπόρων. Χωρίς καμιά καλλιτεχνική παιδεία, με μοναδικό κριτήριο το ένστικτό του, συνέλλεγε τα πάντα. Με τον χρόνο άρχισε να τα κατηγοριοποιεί, να ψάχνει νέα στοιχεία. Σταδιακά απέκτησε κριτήρια και συμπλήρωνε με τον τρόπο του ένα παζλ για δύσκολους λύτες.

Video

Την περίοδο κατά την οποία ο Κωστάκης ξεκίνησε να συλλέγει έργα τέχνης, ο αβαγκαρντισμός αποτελούσε λευκή σελίδα στην ιστορία της ρωσικής τέχνης. Ιδρυτές του υπήρξαν ο Μιχαήλ Λαριόνοφ και η Ναταλία Γκοντσάροβα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι όλοι οι καλλιτέχνες του ρωσικού αβαγκαρντισμού έγιναν κοντινοί και αγαπητοί φίλοι του Κωστάκη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κωστάκης ασχολήθηκε και ο ίδιος με τη ζωγραφική. Το 1985 παρουσίασε τα έργα του στην Αθήνα. Επρόκειτο κυρίως για φανταστικά τοπία αφιερωμένα στη φύση της Ρωσίας.

Μόνο μία φορά υπήρξε η ευκαιρία να παρουσιαστεί ολόκληρη η συλλογή του Κωστάκη σε ένα χώρο —σε έκθεση στην Αθήνα την περίοδο 1995–1996, με πρωτοβουλία της οικογένειας Κωστάκη και με την υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης. Οι εκθέσεις που είχαν λάβει χώρα στη Γερμανία, στη Φινλανδία και στη Μόσχα περιλάμβαναν μόνο μέρος της συλλογής του.

Το κοινό κυριολεκτικά συνέρρευσε μετά τα εγκαίνια. Μπροστά του ξεδιπλώθηκε ένας κόσμος διαφορετικός, γεμάτος χρώματα και σχήματα, ονειρικός, όπου το επαναστατικό παρόν ανταγωνιζόταν το διαστημικό μέλλον...

Video

Τον Μάρτιο του 1990 ο Γιώργος Κωστάκης πεθαίνει στην Αθήνα. Επιθυμία του, η συλλογή να πωληθεί ολόκληρη, να μην τεμαχιστεί, ενώ τη διαχείρισή της πλέον αναλαμβάνει το Ίδρυμα Trust στο οποίο συμμετείχαν ο γιος και οι τρεις κόρες του. Οι επιθυμίες του συλλέκτη ταυτιζόταν μ’ αυτές της οικογένειάς. του.

Η συγγραφέας και δημοσιογράφος Πέγκυ Κουνενάκη σημειώνει σε άρθρο της για τις περιπέτειες της Συλλογής Κωστάκη: Στις εκλογές του 1993 επανεκλέγεται ο Ανδρέας Παπανδρέου και αναλαμβάνει πάλι υπουργός Πολιτισμού η Μερκούρη, με αναπληρωτή υπουργό τον Θάνο Μικρούτσικο. Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης ήταν ήδη η Μαρίνα Λαμπράκη- Πλάκα. Ο θάνατος της Μερκούρη την επόμενη χρονιά (6/3/1993), αλλάζει τα πράγματα. Αναλαμβάνει υπουργός ο Θάνος Μικρούτσικος, ο οποίος είχε την πρωτοβουλία να διοργανωθεί έκθεση της συλλογής Κωστάκη στην Εθνική Πινακοθήκη, αφενός ως φόρος τιμής στον διάσημο συλλέκτη που ήταν Έλληνας και, αφετέρου, για να δουν κοινό και ειδικοί το περιεχόμενό της. Αποφασίζεται να αναλάβει την οργάνωσή της η ιστορικός τέχνης Άννα Καφέτση ειδικευμένη στη μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη. Άτυπα αρχίζει μια συζήτηση ανάμεσα στην πολιτεία και τους κληρονόμους για την απόκτηση της συλλογής μέσω της κόρης του συλλέκτη Αλίκης, που ήταν ιστορικός τέχνης και θα βοηθούσε στην έκθεση.

Οι εργασίες προετοιμασίας διήρκεσαν δύο χρόνια. Η συλλογή συμπληρώθηκε με έργα που είχαν παραμείνει στην γκαλερί Τρετιακόφ και άλλα που υπήρχαν σε ρωσικά, ευρωπαϊκά και αμερικανικά μουσεία.

Η έκθεση εγκαινιάστηκε στις 6 Δεκεμβρίου του 1995 και διήρκεσε έως τις 8 Απριλίου του 1996. Και τότε συμβαίνει το θαύμα. Αν και το κοινό είχε προϊδεαστεί με την έκθεση που είχε προηγηθεί για το Μπαουχάουζ στην Εθνική Πινακοθήκη, κυριολεκτικά συνέρρευσε μετά τα εγκαίνια. Μπροστά του ξεδιπλώθηκε ένας κόσμος διαφορετικός, γεμάτος χρώματα και σχήματα, κυριολεκτικά ονειρικός, όπου το επαναστατικό παρόν ανταγωνιζόταν το διαστημικό μέλλον. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει το «Μαύρο τετράγωνο» ή το «Λευκό πάνω στο λευκό» του Καζιμίρ Μάλεβιτς, τις σουπρεματικές συνθέσεις του με τους πλανήτες∙ την απάντηση του Αλεξάντερ Ροτσένκο με το «Μαύρο πάνω στο μαύρο», τις εξαιρετικές του φωτογραφίες με τις μοναδικές «γωνίες», τις αφίσες, τα εκπαιδευτικά του προγράμματα∙ τον Βλαντίμιρ Τάτλιν με τις ρηξικέλευθες αρχιτεκτονικές και γλυπτικές συνθέσεις ή το ανεμόπτερο που δεν απογειώθηκε ποτέ∙ τους Νικολάι Σουῒτιν, Νάταν Άλτμαν, Βασίλι Καντίνσκι που συνεργάστηκαν στο Κρατικό Εργοστάσιο Πορσελάνης για τη μαζική παραγωγή χρηστικών αντικειμένων∙ τον Γκουστάβ Κλούτσις που οργάνωνε τη Δυναμική Πόλη του Μέλλοντος∙ τη Λιουμπόβ Πόποβα με τη σπουδαία ζωγραφική, τις σκηνογραφίες, τη δουλειά της πάνω στα υφάσματα∙ τη Βαρβάρα Στεπάνοβα με τη ζωγραφική, τους πειραματισμούς της πάνω στη γραφιστική και την τυπογραφία.

Το 1996 αναλαμβάνει πρωθυπουργός ο Κώστας Σημίτης αντικαθιστώντας τον Ανδρέα Παπανδρέου που είχε παραιτηθεί. Υπουργός Πολιτισμού τοποθετείται ο Σταύρος Μπένος. Εκείνος δημιουργεί την Επιτροπή για τις Εικαστικές Τέχνες, που θα εργαζόταν πάνω σε συγκεκριμένη θεματολογία: Μουσεία, Παιδεία, Προώθηση της Ελληνικής Τέχνης στο εξωτερικό και υποστήριξής της στο εσωτερικό, θεσμικά θέματα. Συμμετέχουν: Χρόνης Μπότσογλου ζωγράφος, καθηγητής στην ΑΣΚΤ, Βάσια Γεωργίου προϊσταμένη Εικαστικών Τεχνών του ΥΠΠΟ, Πόπη Σαρανταένα υπάλληλος του ΥΠΠΟ, Χαράλαμπος Δαραδήμος γλύπτης τέως πρόεδρος του Εικαστικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, Τζούλια Δημακοπούλου Πρόεδρος του Πανελλήνιου Αιθουσών Τέχνης, Μαρίνα Ηλιάδη διευθύντρια της αίθουσας τέχνης Μπερνιέ, Άννα Καφέτση ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Νίκος Κεσσανλής ζωγράφος και αντιπρύτανης της ΑΣΚΤ, Σάββας Κονταράτος αρχιτέκτονας και καθηγητής της ΑΣΚΤ, Βάσω Κυριάκη ζωγράφος και καθηγήτρια στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, Γιώργος Λαζόγκας ζωγράφος, τέως διευθυντής του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Λάρισας, Μαρία Μαραγκού τεχνοκριτικός, διευθύντρια του Κέντρου Σύγχρονης Δημιουργίας Ρεθύμνης, Μανώλης Μαυρομάτης ιστορικός τέχνης και καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Έφη Στρούζα τεχνοκριτικός και Δημήτρης Τρίκας δημοσιογράφος. Στην επιτροπή προῒστατο ο Σταύρος Μπένος και συντονίστρια ήταν η Κλεοπάτρα Δίγκα, ζωγράφος και σύμβουλος του υπουργού σε εικαστικά θέματα.

Από τα πρώτα θέματα που θίχτηκαν ήταν η ίδρυση ενός Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης -αίτημα πολλών γενιών καλλιτεχνών- προικοδοτούμενο με τη συλλογή Κωστάκη που ήδη η πολιτεία προσανατολιζόταν να αποκτήσει. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1996 γίνονται εκλογές και τις κερδίζει ο Κ. Σημίτης. Υπουργός Πολιτισμού τοποθετείται ο Ευάγγελος Βενιζέλος πλην μιας μικρής παρένθεσης με την Ελισάβετ Παπαζώη. Στις εκλογές του 2000 πάλι με Σημίτη πρωθυπουργό, ο Βενιζέλος ξαναγίνεται υπουργός Πολιτισμού. Εκείνη την περίοδο αποφασίζεται η αγορά της συλλογής, μετά από διαβούλευση με ξένους ειδικούς που υποστηρίζουν τη μοναδικότητα, την αυθεντικότητα και τη μεγάλη σπουδαιότητά της. Καταβάλλεται από το ελληνικό κράτος το ποσόν των 14, 2 δις δραχμών, ποσό αστρονομικό για την εποχή. Είναι άλλωστε και η μοναδική τόσο μεγάλη αγορά έργων τέχνης του ελληνικού δημοσίου από συστάσεως του κράτους. Η απόκτηση της συλλογής θα είχε στοιχίσει ελάχιστα αν είχε γίνει αποδεκτή η πρώτη προσφορά του συλλέκτη και δεν του είχε φερθεί τόσο απαξιωτικά η πολιτεία.

Στη συλλογή περιλαμβάνονται 1.275 έργα τέχνης: πίνακες ζωγραφικής, σχέδια, κατασκευές, κεραμικά, σημαντικών καλλιτεχνών της ρωσικής πρωτοπορίας. Είναι αντιπροσωπευτική όλων τα τάσεων και ρευμάτων της ρωσικής πρωτοπορίας και καλύπτει χρονικά σχεδόν ολόκληρη την τριακονταετία που εμφανίστηκε, ήκμασε και παρήκμασε, με την επιβολή του σταλινισμού.

Η Πέγκυ Κουνενάκη σημειώνει για το θέμα της αγοράς του αιώνα: Θεσμικά όμως το πράγμα δεν τελείωσε εκεί. Η επιτροπή του Μπένου έγινε αποδεκτή από τον υπουργό Βενιζέλο. Μόνο που στις τελευταίες συνεδριάσεις της εμφανίστηκε ως μέλος ένα ακόμη πρόσωπο από τη Θεσσαλονίκη. Ήταν ο ιστορικός τέχνης και καθηγητής του ΑΠΘ Μίλτος Παπανικολάου. Οι δύο μαζί έπεισαν την επιτροπή ότι θα πρέπει να δημιουργηθούν δύο Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης, το Εθνικό και το Κρατικό. Το πρώτο θα γινόταν στην Αθήνα και θα στεγαζόταν στο κτήριο ΦΙΞ και το άλλο στη Θεσσαλονίκη. Αμέσως μετά την αγορά ο υπουργός Πολιτισμού αποφάσισε η συλλογή να μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη, στη Μονή Λαζαριστών, ως προίκα του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, καθώς ήταν και η εκλογική του περιφέρεια. Πρώτος διευθυντής, δεν υπήρχε αμφιβολία, ήταν ο Μίλτος Παπανικολάου. Άσχετα αν, όλη η εργασία είχε γίνει από την Άννα Καφέτση, που έγινε διευθύντρια ενός μουσείου φαντάσματος που ουσιαστικά ακόμη δεν έχει ανοίξει τις πύλες του στο κοινό. Ένα μουσείο που εκείνη πάλεψε για να ολοκληρωθεί και όταν ανοίξει η ίδια δεν θα ’ναι εκεί…

Video