Πέθανε ο Λιβανέζος ποιητής Σαλάχ Στετιέ

Σαλάχ Στετιέ
Πέμ, 21/05/2020 - 11:11

Μέσα στα δίχτυα του ανέου
Υπάρχουν αστέρια
Σε τίποτα δεν χρησιμεύουν άλλο
Από το να μετράνε τον χρόνο.
[...]

Ο Λιβανέζος συγγραφέας και ποιητής Σαλάχ Στετιέ (Salah Stétié), ο οποίος προσπάθησε στο έργο του να συμφιλιώσει τα οράματα του κόσμου για την Ανατολή και τη Δύση και επίσης ακολούθησε διπλωματική σταδιοδρομία, πέθανε σε ηλικία 90 ετών, ανακοίνωσε σήμερα η πρεσβεία του Λιβάνου στη Γαλλία.

«Ένας φάρος της λογοτεχνίας και της διπλωματίας έσβησε στο Παρίσι το βράδυ της 20ης Μαΐου 2020», ανακοίνωσε η πρεσβεία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χαιρετίζοντας έναν «τεράστιο ποιητή και συγγραφέα». Αφήνει πίσω του μια μνημειώδη κληρονομιά 250 έργων, χειρογράφων, έργων ζωγραφικής, σχεδίων, φωτογραφιών και γλυπτών που εκτίθενται στο μουσείο Πολ Βαλερί στο Σετ.

Ο ποιητής, που είχε εγκατασταθεί στη Γαλλία, έχει μια αίθουσα με το όνομά του στο μουσείο Paul Valéry από το 2017. «Είμαστε και οι δύο ποιητές της Μεσογείου… μιας από τις πιο σημαντικές περιοχές στις προκλήσεις του πολέμου και της παγκόσμιας ειρήνης”, έλεγε.

Γεννήθηκε στη Βηρυτό το 1929.  Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Παρίσι, στη Σορβόννη, αναπτύσσει φιλίες με μεγάλους συγγραφείς και ποιητές της εποχής όπως, μεταξύ άλλων με τον Pierre-Jean Jouve, τον André-Pierre de Mandiargues και τον André du Bouchet. 

Επιστρέφει στη  συνέχεια στον Λίβανο και ξεκινά μια λαμπρή διπλωματική καριέρα που τον οδηγεί στην ανάληψη σημαντικών θέσεων όπως αυτή του πρέσβη του Λιβάνου στις Κάτω Χώρες ή το Μαρόκο.

Παρέμεινε απόλυτα προσηλωμένος στον Λίβανο, ο οποίος παραμένει η βασική πηγή της ποιητικής του φαντασίας, ο Στετιέ είναι επίσης ο συγγραφέας δοκιμίων, μεταφράσεων Αράβων ποιητών και κειμένων για την τέχνη. Το δοκίμιό του «Les Porteurs de feu» (1972) ήταν μια ενδελεχής μελέτη των πνευματικών ριζών του αραβικού κόσμου, καθώς και του πιθανού μέλλοντός του.

Ο Στετιέ απέσπασε το Grand Prix de la Francophonie (Μεγάλο Βραβείο της Γαλλοφωνίας) από τη Γαλλική Ακαδημία το 1995 για το σύνολο του έργου του.

Ταυτόχρονα, ακολούθησε διπλωματική καριέρα: πρώην πρεσβευτής του Λιβάνου, κυρίως στην Ολλανδία και το Μαρόκο, εκπροσώπησε επίσης τη χώρα του στην UNESCO στο Παρίσι και διετέλεσε διευθυντής πολιτικών υποθέσεων και γενικός γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών του Λιβάνου.

Το αυτοβιογραφικό του βιβλίο L’Extravagance, που απέσπασε το 2015 το βραβείο Saint-Simon, εξιστορεί τα  ουσιαστικά σημεία αυτής της καριέρας και της πορείας της ζωής του.

Είναι ο δημιουργός ενός σημαντικού ποιητικού έργου που ξεδιπλώνει σε μια πυκνή και βαθιά γλώσσα την αντίληψή του για τον κόσμο που –όπως είπε ο Saint-John Perse στον λόγο του κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ το 1960– «μας βγάζει από τον εθισμό». Το «Πνιγμένη τρίλια κορυδαλλού»,  το πρώτο έργο του που μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδη».

Ο ήλιος έκαψε το σπίτι του ήλιου 
Η θανάσιμη μουσική σώπασε· το παιδί της τέφρας 
Είναι ωραίο κι έχει παραμορφωθεί από μιαν αύρα 
Στον αποχαιρετισμό. Στης φαντασίας το κενό 
θα κοιμηθεί η μουσική 
Τριγυρισμένη από όλα τα ταμπούρλα του μηδενός 

Το σπίτι μου είναι θνητό 
Το σπίτι μου είναι γυάλινο 
Το φυλάει ένα αηδόνι 
Το πιο σίγουρο από όλα τ’ αηδόνια: η σιωπή


Γαβριηλίδης, 2017

«Χάνουμε έναν αγαπημένο φίλο που εργάστηκε για την ειρήνη και τον διάλογο των πολιτισμών, ξεκινώντας από τη δική του αραβική παράδοση», σχολίασε στο Twitter η γενική διευθύντρια της UNESCO Οντρέ Αζουλέ.

Ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Αραβικού Κόσμου, ο Τζακ Λανγκ, αποχαιρέτησε έναν εραστή του κόσμου: «Γνήσιος πρεσβευτής της ειρήνης, της ποίησης, του πολιτισμού και του λόγου άνοιγε τις πύλες σε νέους καλλιτεχνικούς και διπλωματικούς ορίζοντες».

Είχε αναφέρει σε συνέντευξή του:

«Αγαπώ τον Σεφέρη, τον Ελύτη, όλους τους ποιητές της αρχαιότητας, τον Καβάφη – υπήρξε σπουδαίος ποιητής, αναμορφωτής και πρωτοπόρος της ερωτικής ποίησης. Αγαπώ κάποιους ποιητές αραβικής καταγωγής που, πριν από το ισλάμ, χρησιμοποίησαν μια γλώσσα αιχμηρή – ιδιαίτερα μεστή. Αγαπώ ολόκληρη τη γαλλική ποίηση μετά τον Ρακίνα, τον Ρακίνα φυσικά, τον Μαλαρμέ, τον Ρεμπώ, τον Μπωντλαίρ. Tον Αιμέ Σεζαίρ. Επίσης μου αρέσει ο Ρίλκε, τον θεωρώ σπουδαίο. Κι έπειτα μου αρέσουν πολλοί από τους ποιητές του μοντερνισμού, κάποιους από τους οποίους, όπως τον Ελυάρ και τον Ανρί Μισώ, τους γνώρισα προσωπικά.

Ιδιαίτερα αγαπώ τον Υβ Μπονφουά. Είμαι, ξέρετε, ο τελευταίος άνθρωπος που τον είδε ζωντανό. Στην τελευταία μας συνάντηση, θυμάμαι, τον ρώτησα: "Πού πηγαίνεις Ύβ;". "Πηγαίνω στον τάφο", μου απάντησε. "Και μετά;" τον ρώτησα. "Δεν υπάρχει μετά", μου είπε. Έσκυψα, τον φίλησα στο μέτωπο για να τον αποχαιρετήσω, κι όπως τον φιλούσα, μου κράτησε το χέρι και το φίλησε. Έφυγα κλαίγοντας.

Από την αγγλική ποίηση αγαπώ όλους τους ποιητές του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα τον Τζον Κητς. Αγαπώ επίσης την ιαπωνική ποίηση – o Matsuo Basho ήταν εξαιρετικός.

Ξέρετε, έχω το προνόμιο να έχω ζήσει μια μακρά ζωή. Πρόκειται για προνόμιο, αδιαμφισβήτητα. Και δίπλα σε όλα όσα έχω απολαύσει έχω απολαύσει τη λάμψη του ανθρώπινου πνεύματος. Λόγω επαγγέλματος και λόγω θέσης ζητώ πάντα από τους ανθρώπους να σκέφτονται. Κι είχα την τύχη να έχω σπουδαίους φίλους διανοούμενους».