Μια συνέντευξη στη Λένα Ματσιώρη

Αντόνιο Μορέσκο: Καθένας μας φέρει μέσα του ένα νεκρό παιδί

Αντόνιο Μορέσκο
Τετ, 08/01/2020 - 10:23

«Ηρθα εδώ για να εξαφανιστώ…», αυτή είναι η πρώτη πρόταση αυτού του μικρού, πυκνού και βαθιά στοχαστικού βιβλίου («Το φωτάκι», εκδ. Καστανιώτη) του Aντόνιο Μορέσκο. Εντελώς απομονωμένος, ο ανώνυμος αφηγητής αρχίζει να παρατηρεί, να περιγράφει και στο τέλος να συνδιαλέγεται με τη φύση, όπου η ανθρώπινη απουσία είναι αυτονόητη. Κάθε νύχτα, όμως, την ίδια ώρα, ένα μακρινό φωτάκι σπάει το σκοτάδι και καταργεί τη μοναξιά του. Η προσπάθεια να βρει από πού προέρχεται το φως, τι φως είναι και ποιος βρίσκεται εκεί, γίνεται το προσωπικό του στοίχημα. Ενα παιδί, ένα παιδί είναι η λύση του αινίγματος ή μήπως είναι το ίδιο το αίνιγμα;

Ο Αντόνιο Μορέσκο, με μια καθαρή, δυνατή, βαθιά ποιητική φωνή προσπαθεί σε αυτό το μυθιστόρημα όχι να ερμηνεύσει αλλά να φωτίσει το δράμα του ανθρώπου, δημιουργώντας μια ιστορία, σαν μύθο, κινούμενη από τη διαλεκτική ανάμεσα στην υπαρξιακή αγωνία και την ίδια τη ζωή.


– Το φως είναι ίσως από τα λίγα φαινόμενα που η σημασία του είναι πρωταρχική σε όλο το φάσμα της γνώσης (επιστήμη, φιλοσοφία, θρησκεία, τέχνη). Ποιο είναι το φως, το φωτάκι που εσείς δεσμεύσατε ή απελευθερώσατε σε αυτό το βιβλίο; Πόσο σημαντικό είναι το φως στο λογοτεχνικό έργο σας;
– Το φως και το σκοτάδι βρίσκονται ήδη από τις απαρχές στη σκέψη και στο φαντασιακό μας. Για παράδειγμα, η Βίβλος αρχίζει ακριβώς έτσι: «Και διαχώρισε ο Θεός το φως από το σκοτάδι». Ολα ξεκινούν από την ιδέα, από την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να διαχωριστεί με σαφήνεια το φως από το σκότος, τα οποία, μεταξύ άλλων, ήδη υπήρχαν. Αυτή η πρώτη εννοιολογική χειρονομία έχει αντίκτυπο σε κάθε πεδίο, στη διαμόρφωση και στην εξέλιξη των γνώσεων και του πολιτισμού μας. Το μικρό φως που βλέπει ο πρωταγωνιστής στην απέναντι μεριά του στενού φαραγγιού είναι το ίχνος, ο δρόμος στο σκοτάδι που τον οδηγεί μέχρι την τελευταία συνάντηση, η οποία αποτελεί το μαύρο κουτί αυτής της αφήγησης. Το φως είναι έντονα παρόν στο σύνολο του έργου μου, το φως και το σκοτάδι. Μάλιστα θα μπορούσα να πω ότι οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές όλου του συγγραφικού έργου μου είναι το φως και το σκοτάδι.

– Στο «Γράμμα προς τον εκδότη» δηλώνετε πως, λόγω του μύχιου και μυστικού χαρακτήρα αυτής της ιστορίας, τη θεωρείτε, κατά μια έννοια, διαθήκη σας. Εχουν περάσει μερικά χρόνια, έχουν μεσολαβήσει άλλα βιβλία. Παραμένει έτσι; Θα θέλατε να κάνετε μια προσθήκη ή να αφαιρέσετε κάτι από αυτήν;
– Ναι, μου φάνηκε πως, λόγω του τόσο μυστικού, ανείπωτου και μύχιου χαρακτήρα του, αυτό το μικρό βιβλίο –που γράφτηκε σε δεκατέσσερις μέρες και σχεδόν σε κατάσταση έκστασης– είναι ένα είδος διαθήκης. Κι έτσι εξακολουθεί να είναι.

– «Ηρθα εδώ για να εξαφανιστώ…», είναι η πρώτη φράση του βιβλίου. Πώς ήρθε ο ήρωάς σας τελικά «σ’ αυτόν τον εγκαταλελειμμένο κι έρημο οικισμό», ως κάποιος που έφυγε ή που επέστρεψε;
– Σαν κάποιος που φεύγει και, φεύγοντας, φτάνει εκεί όπου πάντα βρισκόταν και θα βρίσκεται.

Αντόνιο Μορέσκο

– Οτιδήποτε παρατηρεί ο αφηγητής, ή με οτιδήποτε συνομιλεί, τονίζεται και υπενθυμίζεται η αιώνια αλληλεξάρτηση της ζωής και του θανάτου. Δεδομένης της διανοητικής εξάρτησης του ανθρώπου από τον θάνατο, μήπως το ζητούμενο του ήρωά σας, πέρα από όλα αυτά, είναι τελικά η ελευθερία;
– Οπως το φως και το σκοτάδι, έτσι επίσης η ζωή και ο θάνατος είναι σφιχταγκαλιασμένα. Δεν υπάρχει η ζωή χωρίς τον θάνατο, δεν υπάρχει ο θάνατος χωρίς τη ζωή. Ενώ, αντίθετα, όλες οι δομές της σκέψης μας έχουν διαμορφωθεί με βάση διαχωρισμούς, αντιπαραθέσεις και αντινομίες (ον και μη ον, είναι και γίγνεσθαι κ.λπ.), με μια γραμμική και αφηρημένη αντίληψη του χρόνου: παρελθόν, παρόν, μέλλον, ζωή και θάνατος... Στην αρχή υπάρχει η ζωή, στο τέλος υπάρχει ο θάνατος, τα οποία είναι το ένα ο καθρέφτης του άλλου, κάτι που τοποθετεί όλη τη ζωή μέσα στον θάνατο. Και αν, επίσης, ήταν το αντίθετο; Πιστεύω πως η λογοτεχνία δεν είναι και δεν πρέπει να είναι μόνο η θεραπαινίδα όσων φαίνονται ή νομίζουμε ότι φαίνονται μες στον καθρέφτη του κόσμου, της αναπαράστασης που κάνει η πραγματικότητα του εαυτού της, αλλά πως πρέπει επίσης να σπάσει τον καθρέφτη και να περάσει στην άλλη πλευρά. Κατά τη γνώμη μου, η λογοτεχνία δεν πρέπει να περιορίζεται στην περιγραφή όσων φαίνονται μες στον καθρέφτη. Ποτέ δεν το έκανε. Μήπως το έκανε με τον Ομηρο, τον Δάντη, τον Θερβάντες, τον Σαίξπηρ, τον Μέλβιλ, τον Ντοστογιέφσκι, τον Κάφκα...; Τότε ναι, ίσως έχει σχέση ακόμη και ό,τι ονομάσαμε «ελευθερία».

– Οι δύο χαρακτήρες του βιβλίου, ο ενήλικος και το παιδί, είναι συμπληρωματικά μισά στην ιστορία ή ένα είδωλο στον καθρέφτη; Μήπως η διαδρομή που πρέπει να κάνουμε για να βρούμε τον εαυτό μας είναι η επιστροφή μέσα μας, ώστε να ανασύρουμε στο φως εκείνο το παιδί που του επιβάλαμε να σιωπήσει;
– Σε αυτές τις δύο μορφές, στον ενήλικο και στο παιδί, έβαλα πολλά στοιχεία από τον εαυτό μου. Στον ενήλικο υπάρχει η απελπισία και η λαχτάρα μου. Στο παιδί υπάρχουν πολλά πράγματα από τα τραυματικά παιδικά μου χρόνια, από την αδυναμία μου να μάθω. Κατά κάποιον τρόπο, καθένας από εμάς φέρει μέσα του ένα νεκρό παιδί, το παιδί που ήμασταν και που σκοτώσαμε για να μπορέσουμε να ζήσουμε ως ενήλικοι σε έναν ανάλογο κόσμο. Ομως, στο παιδί που σκοτώσαμε υπήρχε δυνατότητα ανάπτυξης, ισοδυναμία, ακαθοριστία, επινοητικότητα, τα όρια μεταξύ αληθινού και φαντασίας ήταν δυσδιάκριτα, όπως συμβαίνει και στους πρωτόγονους, στους καλλιτέχνες. Πρόκειται για μια δύναμη που χρειαζόμαστε απεγνωσμένα να αντλήσουμε σήμερα, ως άτομα και ως είδος, σε αυτή τη δύσκολη στιγμή για την επιβίωσή μας πάνω σε αυτόν τον χαμένο μες στους γαλαξίες πλανήτη. Ετσι, σε αυτή την αφήγηση, πάντα στα όρια αυτού που μπορεί να ειπωθεί, είναι λες και στην αρχή το παιδί αυτοκτονούσε για να ζωντανέψει τον ενήλικο και στο τέλος ο ενήλικος αυτοκτονούσε για να ζωντανέψει το παιδί. Μόνο έτσι μπορούν επιτέλους να συναντηθούν, μπορούν να πιαστούν από το χέρι και να πάνε ποιος ξέρει πού, έξω από τον κύκλο όπου είχαν εγκλωβιστεί. Οταν έγραψα αυτό το μικρό βιβλίο, μάλλον βρισκόμουν σε μια στιγμή της ζωής μου κατά την οποία έπρεπε να φτάσω σε αυτό το μυστικό, οδυνηρό μα και ισχυρό κοίτασμα, όπου έπρεπε να συναντήσω το παιδί που υπήρξα και που είχα σκοτώσει.

– «Οταν πεθάνω, δεν θα δω τον εαυτό μου να πεθαίνει, για πρώτη φορά» λέει ο Πόρτσια. Πιστεύετε πως η μοναξιά και ο πόνος είναι τόσο δομικά στοιχεία της ύπαρξης; Είναι δομικά στοιχεία της δικής σας ζωής και κατά συνέπεια της γραφής σας;
– Για μένα είναι, και είναι επίσης για το έργο μου, όπου υπάρχει πολύ σκοτάδι, αλλά ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να υπάρχει και το φως. Διότι δεν πρέπει να φοβόμαστε το σκοτάδι, γιατί πρέπει να αποδεχτούμε και το σκοτάδι, ακόμη και όλο το σκοτάδι που υπάρχει μέσα μας. Διότι μόνο στο βαθύτερο σκοτάδι μπορούμε να διακρίνουμε μέχρι και το πιο μικρό φως.

– Το βιβλίο καταλήγει σε μια ερώτηση με την απάντηση «Δεν ξέρω». Πιστεύετε πως στο τέλος κάθε αναζήτησης, ή ακόμη και της ίδιας της ζωής, αυτή είναι η πιο σωστή απάντηση;
– «Δεν ξέρω» είναι η τελευταία φράση του βιβλίου που λέει ο ενήλικος, ολόιδια με τη φράση που είπε προηγουμένως και περισσότερες φορές το παιδί στις ερωτήσεις του ενήλικου. Τώρα είναι ο ενήλικος που απαντάει έτσι στο παιδί, στο τέλος της αδιανόητης συνάντησής τους και της εκτενούς εξιλέωσής τους. Αυτό το βιβλίο, όπως άλλα βιβλία μου, είναι γεμάτο ερωτήματα, ερωτήματα χωρίς απάντηση. Επίσης, τα παιδιά κάνουν διαρκώς ερωτήσεις: Γιατί; Γιατί; Γιατί; Μα οι ερωτήσεις κρατούν ανοιχτές τις πιθανότητες, κρατούν ανοιχτό τον κόσμο. Οι απαντήσεις (ή υποτιθέμενες ως τέτοιες) τον κλείνουν.

 

* Μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησε ο Αντόνιο Μορέσκο στην αξιόλογη πολιτιστική συντάκτρια της «Καθημερινής» Λένα Ματσιώρη και μεταφράστηκε από τη Μαρία Φραγκούλη.